Ανακοίνωση της κλαδικής επιτροπής
δημοσίου της ΑΝΤΑΡΣΥΑ
Κάτω τα χέρια από την
απεργία
Με μια τροπολογία που
κατέβηκε νύχτα πριν τις γιορτές, με αρχικό στόχο να ψηφιστεί την επόμενη μέρα,
επιχείρησε η αδίστακτη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ να υλοποιήσει την χρόνια απαίτηση
του ΔΝΤ, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και του Συνδέσμου Ελλήνων Βιομηχάνων για
την περιστολή του δικαιώματος στην απεργία. Η απόπειρα Τσίπρα-Αχτσιόγλου να ψηφίσουν
στα γρήγορα την τροπολογία για την απαγόρευση των απεργιών απέτυχε, τουλάχιστον
προσωρινά, κάτω από την οργισμένη αντίδραση των εργαζόμενων και των συνδικάτων
και την άμεση κινητοποίηση που έγινε στις 5 Δεκέμβρη. Η αναμέτρηση όμως δεν
τελείωσε, αφού η περιστολή του δικαιώματος στην απεργία αποτελεί ένα από τα
προαπαιτούμενα για το περιβόητο «κλείσιμο» της 3ης αξιολόγησης και
θα συμπεριληφθεί στο σχετικό σχέδιο νόμου.
Στη διάταξη, όπως (πρωτο)παρουσιάστηκε
στη Βουλή, προβλέπεται ότι για να λάβει απόφαση ένα πρωτοβάθμιο σωματείο για
απεργία θα πρέπει στη γενική συνέλευση να παρίσταται τουλάχιστον το 50% των
οικονομικά τακτοποιημένων μελών του Σωματείου. Η στοχευμένη αυτή ενέργεια
αποσκοπεί στο χτύπημα των πρωτοβάθμιων σωματείων, που είναι η βάση της
οργάνωσης των εργαζόμενων. Σημαίνει την ουσιαστική
ακύρωση του δικαιώματος των συνελεύσεων
των εργαζομένων να αποφασίζουν απεργία. Σημαίνει χτύπημα στη συνδικαλιστική δράση στους χώρους δουλειάς. Το
δικαίωμα στην απεργία δεν χαρίστηκε στους εργαζόμενους, αντιθέτως κερδήθηκε με
αγώνες και αίμα! Η συνδικαλιστική οργάνωση και δράση των εργαζομένων αποτελούσε
πάντα πρόβλημα για τους καπιταλιστές και τα συμφέροντά τους και η απεργία ήταν
και είναι το πιο δυνατό όπλο στα χέρια των εργαζόμενων για να υπερασπιστούν τα
δικαιώματά τους.
Μερικά ιστορικά στοιχεία
Οι αντιαπεργιακοί νόμοι
έχουν μακρά ιστορία και πάντοτε είχαν διττό στόχο: από τη μια να κάνουν δύσκολη
την απόφαση για απεργία γενικά και από την άλλη να χτυπήσουν τον μαχητικό
συνδικαλισμό στη βάση της συνδικαλιστικής πυραμίδας, δηλαδή κατά κύριο λόγο στα
πρωτοβάθμια σωματεία και τους συλλόγους.
Ακόμη και το μετεμφυλιακό κράτος από τη δεκαετία του 1950
προσθέτει στο οπλοστάσιο των διώξεών του και νόμους που περιόριζαν τη
συνδικαλιστική δράση: Με το ν.3239/1955 επιβλήθηκε η αναγκαστική
διαιτησία σε κάθε εργασιακή διαμάχη αν τη ζητούσε ένα από τα αντιμαχόμενα μέρη.
Από τη στιγμή που η διαμάχη πήγαινε στη διαιτησία (εργαζόμενοι, εργοδότες,
κράτος) απαγορευόταν η απεργία. Στην περίοδο της χούντας οι ηγεσίες των
συνδικάτων διορίζονταν από τους Συνταγματάρχες!
Μετά την πτώση της χούντας, το εργατικό κίνημα
είχε μαχητική παρουσία, προχωρώντας σε ντε φάκτο κατακτήσεις των δικαιωμάτων
που του είχαν στερήσει οι συνταγματάρχες για 7 χρόνια: αυξήσεις στους μισθούς,
βελτίωση των συνθηκών εργασίας, και ταυτόχρονα, το δικαίωμα στην απεργία, το
συνδικαλισμό, ελευθερίες και δικαιώματα στους τόπους δουλειάς. Αυτό το εργατικό
ξέσπασμα η κυβέρνηση Καραμανλή, με υπουργό εργασίας τον Λάσκαρη, προσπαθεί να το τσακίσει με τον ν.
330/1976, με τον οποίο χαρακτήριζε παράνομες όσες απεργίες δεν κηρύσσονται
από τα επίσημα «αναγνωρισμένα σωματεία». Δηλαδή έβγαζε εκτός νόμου τις απεργίες
των εργοστασιακών σωματείων και οι απεργοί απειλούνταν πλέον με απολύσεις και
ποινές. Για να κηρυχτεί απεργία, έπρεπε υποχρεωτικά να προηγηθεί διαιτησία.
Κατοχύρωνε την απεργοσπαστική δράση και το δικαίωμα λοκ-άουτ των εργοδοτών.
Απαγόρευε τις απεργίες αλληλεγγύης, κάθε πολιτική απεργία και γενικότερα κάθε
απεργία που δεν στρεφόταν ενάντια στο συγκεκριμένο εργοδότη και δεν είχε
αποκλειστικά οικονομικά αιτήματα. Υποχρέωνε τους εργαζόμενους σε Δημόσιο και
ΔΕΚΟ να γνωστοποιούν τα αιτήματά τους 15 μέρες πριν από την κήρυξη της
απεργίας.
Τα συνδικάτα απάντησαν με την κήρυξη 48ωρης γενικής
απεργίας, με μαζική συμμετοχή και τεράστιες απεργιακές συγκεντρώσεις. Η ψήφιση
του νόμου κατέστησε όλες τις απεργίες παράνομες και οδήγησε στην απόλυση 3000
εργατών και σε συλλήψεις και καταδίκες συνδικαλιστών.



